Γιούροσταρ κατατρεγμένοι από τη μοίρα -34- 1989

Γιούροσταρ κατατρεγμένοι από τη μοίρα -34- 1989

Οι καλλιτέχνες της χρονιάς

Anna Oxa (Anna Hoxha) & Fausto Leali (ITA 89): Εκείνη, από πατέρα Αλβανό και μητέρα Ιταλίδα, γεννήθηκε το 1961 στο Bari. Το ψευδώνυμό της είναι «η φωνή και η καρδιά». Ξεκίνησε το 1976, πριν αλλάξει δισκογραφική, η οποία εκτίναξε την καριέρα της, στέλνοντάς τη στο San Remo το 1978 (2η), όπου έκανε αίσθηση ως πανκ, με το Un’emozione da poco. Άρχισε έτσι μια σειρά από επιτυχίες ως τραγουδίστρια, ηθοποιός και σωουγούμαν. Το πρώτο της άλμπουμ, με τίτλο «Per sognare, per cantare, per ballare» βγήκε το 1983. Το 1989 μαζί με τον Fausto Leali και το Ti lascerò κέρδισαν στο Sanremo, αλλά αποφάσισαν να αλλάξουν τραγούδι για τη Γιουροβίζιον. Παρουσίασε το Sanremo 1994 και το ξανακέρδισε το 1999, με το Senza pietà και την περίφημή εμφάνισή της, αλειμμένη με λάδι. Το 1984 κέρδισε τον διαγωνισμό Azzurro και το 1989 το Vota la Voce. Η εντυπωσιακή της καριέρα συνεχίζεται. Παντρεύτηκε και χώρισε τέσσερεις φορές. Έχει δύο παιδιά από τον 2ο γάμο. Ο τρίτος της σύζυγος, Behgjet Pacolli, υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος του -μερικώς αναγνωρισμένου ως χώρα- Κοσόβου. Με τον Enrico Montesano και μετά με τον Massimo Ranieri (ITA 71, 73) παρουσίαζε τότε το σώου «Fantastico». Απέκτησε την αλβανική υπηκοότητα μόλις το 2020. Εκείνος γεννήθηκε το 1944 στο Nuvolento και ξεκίνησε με το γκρουπ I Novelty, τραγουδώντας αγγλικές και αμερικάνικες επιτυχίες. Πρώτη του επιτυχία το 1967, η διασκευή του Hurt ως A chi. Μετείχε πολλές φορές στο Sanremo, την Canzonissima και το Festivalbar. Το ψευδώνυμό του είναι «Ο λευκός νέγρος», λόγω της φωνής του. Παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Milena Cantù με την οποία απέκτησαν μία κόρη την Deborah που πήρε το όνομά της από την ομώνυμη επιτυχία του Fausto το 1968. Είναι ακόμα ενεργός. Είχαν δηλώσει πριν πάνε ότι, αν το κοινό στο θέατρο δεν τους πετάξει… σοκολάτες, τότε σημαίνει ότι τους άρεσε το τραγούδι τους. Το άσμα πήγε στο #18 του ιταλικού Τοπ. Σε συνέντευξη ο Fausto κατηγόρησε την Anna ότι αποφάσισε να μην βλέπει πια τους φίλους της…

Gili & Galit (ISR 89-Gili Netanel & Galit Burg): ανώνυμοι πριν και μετά τον διαγωνισμό. Ο Gili (12 ετών τότε, ο μικρότερος που έχει πάει ποτέ στη Γιουροβίζιον, καθώς γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1976 στο Richon Lezion) έβγαλε ένα άλμπουμ που πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Ξεκίνησε από παιδί σε παιδικούς διαγωνισμούς και έδινε συχνά συναυλίες με τη συμφωνική ορχήστρα της πόλης του, όπως και με αυτή του Τελ Αβίβ. Ηχογράφησε ένα ακόμα single το 2011 και εγκατέλειψε το επάγγελμα. Ζει μόνιμα στο Λονδίνο, όπου εργάζεται στην εταιρεία Αpple. H Galit, γεννημένη το 1968 στο Bat Yam, εμφανιζόταν τότε σε κλαμπ και ήταν σολίστ σε μια ορχήστρα θεαμάτων. Τη διάλεξε ο συνθέτης του τραγουδιού, Shaike Paikov, για να συνοδεύσει τον μικρό. Άλλαξε image, διότι κανείς δεν την ήθελε μετά τη Γιουροβίζιον. Έβγαλε δίσκους με αμερικανική funky μουσική αλλά υπήρξε και τραγουδίστρια των Tramp σε διάφορες pubs, με ρεπερτόριο περισσότερο ροκ. Δεν μετάνιωσε για το γεγονός ότι πήγε, αλλά πιστεύει ότι παρατράβηξε η επίθεση σε βάρος της: οι γονείς της για χρόνια δέχονταν επικριτικά τηλεφωνήματα για τη συμμετοχή της. Η μητέρα της πέθανε από ανίατη ασθένεια, ενώ η ίδια επέζησε από σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με το αμάξι της να γίνεται κομμάτια. Ευτυχώς η κόρη και ο βοηθός της, οι οποίοι επέβαιναν στο ίδιο όχημα, δεν τραυματίστηκαν καθόλου. Όταν χώρισε, πήγε στις Η.Π.Α., όπου έπεσε σε κατάθλιψη. Λεγόταν τότε Galit Michael. Πέρασε και μία περιπέτεια υγείας με πέτρες στα νεφρά.

Kiev Connolly & The Missing Passengers (IRL 89): ο τραγουδιστής γεννήθηκε το 1956 στο Ballymote. Ο παππούς του, ο ηθοποιός Sean Connolly, ήταν καπετάνιος της Irish Citizen Army, μίας ομάδας επαναστατών. Τον σκότωσαν τη Δευτέρα του Πάσχα του 1916 στην οροφή του δημαρχείου του Δουβλίνου, κατά την περίφημη Easter Rising, όταν προσπάθησαν να αποτινάξουν τη Βρετανική κατοχή στην Ιρλανδία. Το 2016 ο Kiev τραγούδησε στην εκδήλωση για τα 100 χρόνια από το συμβάν. Μετά το σχολείο, έφυγε για τη Γερμανία το 1978, όπου ερμήνευε τα τραγούδια του σε διάφορες παμπ της Στουτγάρδης και της Χαϊδελβέργης. Στο Δυτικό Βερολίνο έγινε μουσικός σε στούντιο και προγραμματιστής μουσικής σε υπολογιστές, έχοντας σπουδάσει τα αντικείμενα. Το 1985 δημιούργησε το εν λόγω γκρουπ, που έκανε τότε τουρνέ σε όλη την Ευρώπη και τηλεοπτικές εμφανίσεις. Οι πέντε Missing Passengers είναι η Mary Mulcaney, ερμηνεύτρια ροκ αλλά και όπερας, ο μπασίστας Victor Coughian που είχε δικό του στούντιο, ο αυτοδίδακτος κιθαρίστας Martin Dunlea, ο ντράμερ Des Field και ο Paul Seymour (πλήκτρα), διευθυντής μιας χορωδίας για πολλά χρόνια και ροκάς. Το τραγούδι πήγε στο #17 της Ιρλανδίας. Το 2000 ίδρυσε δικό του στούντιο (Feature Music Studios). Με έναν φίλο του τραγουδούν σε γάμους ως The UpSideDown Band.

Justine Pelmelay (NL 89-Anneke Pelmelay): γεννήθηκε στο Leiden το 1958. Κατάγεται από την Ινδονησία και από τους δύο γονείς. Τα τέσσερα αδέλφια της παίζουν όλα μουσικά όργανα. Θεία της είναι η διάσημη τραγουδίστρια Julia Lo’ko (φωνητικά NL 93). Από μικρή ασχολήθηκε με το τοπικό μουσικό στυλ «Krontjont». Από τα 12 της χρόνια είχε δηλώσει ότι θα πήγαινε στη Γιουροβίζιον. Ξεκίνησε με διάφορα γκρουπ και στα 23 της έγινε η τραγουδίστρια της Pasadena Dream Band. Μετά από 5 χρόνια πήγε στους Swinging Soul Machine, αλλά δούλεψε και με άλλα γκρουπ, γυρίζοντας την Ευρώπη. Έχει κάνει πολλά διαφημιστικά jingles. Το 1988 ήταν στα φωνητικά της Ολλανδίας. Το 1989 παρακολουθούσε μαθήματα στην Ακαδημία Ελαφράς Μουσικής του Hilversum. Έκανε επιτυχία, ερμηνεύοντας ένα ντουέτο με τον τραγουδιστή της κάντρι John Denner, το Perhaps Love, το οποίο είχε πρωτοηχογραφήσει εκείνος με τον Plácido Dómingo. Το 1996 έβγαλε ένα CD-single, το «Een vriend laat je wilt in de steek», σε σύνθεση του Eddy Ouwens (συνθέτης NL 78). Το τραγούδι της πήγε στο #32 της Ολλανδίας. Είναι το μόνο τραγούδι της Γιουροβίζιον, που διασκευάστηκε (από την ίδια μάλιστα) στα μαλαισιανά, με τίτλο Hanya enkan saya! Το έγραψε ο Jan Kisjes, μαζί με την ομάδα στιχουργών Cat Music (= Cles Bergman, Geetjan Hessing, Hart Mol, Erwin van Prehn, Elmer Veerhoff). Την ξαναβρίσκουμε στην εθνική επιλογή το 2005, οπότε έμεινε στον ημιτελικό. Τον ίδιο χρόνο αντικατέστησε την Snadra Reemer (NL 72, 76, 79) στις Dutch Divas, αλλά σύντομα συνέχισε τη σόλο καριέρα της. Τον Ιανουάριο του 2012 επέβαινε στο πλοίο Costa Concordia, το οποίο ναυάγησε μερικώς, με αποτέλεσμα να χαθούν 32 άνθρωποι. Για πολλά χρόνια παλεύει να χάσει το βάρος της. Έχει παντρευτεί δύο φορές κι έχει αποκτήσει τρία παιδιά. Ζει πλέον με έναν σύντροφο, τον Ronald van Driel (άλλη πηγή δίνει τον John Blijleven), ο οποίος τη ζήτησε σε γάμο. Πάσχει εδώ και χρόνια από κυστική ίνωση (έχει κάνει τρεις εγχειρήσεις στην κοιλιακή χώρα), ενώ το 2012 ανακοινώθηκε ότι πάσχει και από μυελοϊνωση, σε τελικό στάδιο (οι γιατροί δεν μπορούν πλέον να κάνουν τίποτα), ενώ και ο John έχει καρκίνο του προστάτη που έκανε πρόσφατα μετάσταση… Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα παιδιά της την τρέχουν στα δικαστήρια ζητώντας της χρήματα και κατηγορώντας την για υποχόνδρια και υπερβολική.

Pan (TUR 89): Το γκρουπ ιδρύθηκε το 1988 από τον συνθέτη και μαέστρο Timur Selçuk. Ένα από τα μέλη τους, η Hazal Selçuk είναι η κόρη του συνθέτη. Η μητέρα της διδάσκει τανγκό. Γεννήθηκε το 1973 στο Παρίσι, μεγάλωσε στο Αυστριακό Λύκειο της Κωνσταντινούπολης και τραγουδά από τα 6 της. Έχει σπουδάσει πιάνο, τραγούδι, χορό, θέατρο και σολφέζ. Έχει κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ. Η Arzu Ece (TUR 95-Arzu Özkaraman) γεννήθηκε το 1963 και πήρε βραβεία στα φεστιβάλ Bratislava, Kusadasi, Antalya,ενώ πήγε συχνά στις τουρκικές επιλογές. Παντρεύτηκε το 1999 τον Ali Otyam, απέκτησε έναν γιο και χώρισε το 2007. Δύο χρόνια μετά διαγνώστηκε με λευχαιμία, την οποία αντιμετωπίζει με χημειοθεραπείες. Στις πρόβες του τουρκικού τελικού τραγουδούσε η Yeşim Dön Ӏşın, την οποία αντικατέστησαν την τελευταία στιγμή με την Arzu, η οποία ήταν υποψήφια με άλλο τραγούδι. Τα αγόρια είναι ο Vedat Sakman και ο Sarper Semiz (αυτοί οι δύο θεωρούνταν χορωδοί, ενώ οι κοπέλες ήσαν οι σολίστες). Ο Vedat γεννήθηκε το 1949 και δουλεύει ως κιθαρίστας, συνθέτης και ερμηνευτής, ενώ από το 2001 έχει δική του εταιρεία παραγωγής. Ο Sarper γεννήθηκε το 1959 και σπούδασε υφαντική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Εργαζόταν τότε ως παραγωγός μιας διαφημιστικής εταιρείας. Σήμερα έχει και εκείνος δική του εταιρεία παραγωγής, ενώ παράλληλα εργάζεται ως πιλότος. Με άλλη εκτέλεση το τραγούδι έγινε μεγάλο disco hit. O Timur Selçuk γεννήθηκε το 1945 και σπούδασε στο Δημοτικό ωδείο της Istanbul και στην Ecole de musique στο Παρίσι. Ίδρυσε την ορχήστρα μουσικής δωματίου της Κωνσταντινούπολης και ήταν διευθυντής του θεάτρου Τέχνης της Άγκυρας. Ίδρυσε επίσης το Σύγχρονο Κέντρο Μουσικής, όπου δίδασκε και ως καθηγητής. Πέθανε στον ύπνο του το 2020 από καρδιακή προσβολή.

Timur Selcuk
Hazal Selcuk
Arzu Ece
Sarper Semiz & Vedat Sakman
Sarper Semiz
Vedat Sakman

Ingeborg (BEL 89-Ingeborg Thérèse Marguerite Sergeant): γεννήθηκε το 1966 στο Meneenκαι για 4 χρόνια σπούδασε στο Studio Herman Teirlinck της Αμβέρσας τραγούδι, σωματική έκφραση, πιάνο, σολφέζ, μουσική κωμωδία και υποκριτική. Δούλεψε στην «Zwarte Komedie» και το Καζίνο του Middelkerke. Μετείχε στο φεστιβάλ «Baccarabeker 1988», όπου κέρδισε το κύπελλο. 2οι στην ίδια επιλογή ήρθαν οι Clouseau (BEL 91), με τους οποίους η Ingeborg είχε κάνει μόλις ένα ντουέτο. Στα φωνητικά ο τότε σύντροφός της, Stef (Stef Bos), ένας από τους συνθέτες. Σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού, είναι όρθιο ένα τσουλούφι της. Την επόμενη χρονιά έγινε τηλεπαρουσιάστρια στο κανάλι VTM, σε διάφορα σώου, αλλά και ένα παιδικό πρόγραμμα που μεταδιδόταν επί 16 χρόνια. Έκτοτε έχει μεταπηδήσει στο κανάλι Vitaliteit. Από το 1999 είναι δασκάλα yoga και διαλογισμού. Ασχολείται ενεργά με την παραψυχολογία. Είναι παντρεμένη με τον μάνατζέρ της Ronald Keyaert. Έχουν ένα παιδί και ζουν στη Μπρυζ. Είναι πλέον γιαγιά.

Live Report (UK 89): στην επιλογή λέγονταν ακόμα Midnight Blue. Το εν λόγω άσμα, του οποίου ο αρχικός τίτλος ήταν “No More Sad Songs” πήγε στο #73 της Αγγλίας. Τραγουδιστής τους ο Μαλτέζος Ray Caruana (Raymond Caruana), γιος τραγουδιστή, που ξαναπροσπάθησε το 1995 για τη χώρα του (2oς) με το Scarlet Song. Ξεκίνησε ως κλασικός τενόρος, πριν εργαστεί με διάφορα γκρουπ αλλάζοντας το στυλ του σε πιο ελαφρό. Ο γιος του έχει το ίδιο σύνδρομο από το οποίο πάσχει ο Tix. Οι υπόλοιποι του γκρουπ είναι ο κιθαρίστας John Beeby (έχει παίξει με μεγάλα ονόματα του χώρου), ο μπασίστας Brian Hodgson, η Maggie Jay (Margaret Jay) και ο Mike Bell (Michael Bell) στο αρμόνιο κι ο ντράμερ Peter May (έπαιζε για τον Julien Clerc, τους Bucks Fizz και τον Cliff Richard-άλλη πηγή δίνει ως ντράμερ τον Richard Marcangelo). Η Maggie είναι και συνθέτης, η οποία έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως οι Eurythmics, οι Go West, ο Marvin Gaye, ο Bill Wyman. Ο συνθέτης, John Beeby, έχει συνεργαστεί ή γράψει για τους Eurythmics, την Whitney Houston και τον Jerry Lee Lewis. Ο άλλος συνθέτης, Brian Hodgson, ήταν παραγωγός των Matchbox.

Britt Synnøve (NOR 89-Britt Synnøve Johansen): γεννήθηκε στο Haugesund. 18 ετών τότε, πήγαινε ακόμα στο λύκειο και είχε εμπειρία από χορωδίες. Έκανε τουρ στη χώρα της με διάφορα τοπικά γκρουπ. Μετά από τον διαγωνισμό συνέχισε πιο αθόρυβα, παίζοντας σε μιούζικαλ, θεατρικές παραγωγές και σώου. Είναι παντρεμένη με τον Jan Zahl, ο αδελφός του οποίου είναι ο διάσημος κιθαρίστας του γκρουπ Kaizers Orchestra, Geir Zahl. Έχει κυκλοφορήσει εννέα άλμπουμ, ένα από τα οποία με τραγούδια της Piaf, την ώθησε στο να κάνει μεγαλειώδη περιοδεία. Στον τελικό πήραν μέρος μόνο δισκογραφικές για πρώτη φορά. Οι ειδικοί που έκαναν την επιλογή είχαν επαγγελματική σχέση με αυτές και έγινε μέγα σκάνδαλο. Ειδικά ο Svein Gundersen ήταν μέλος της επιτροπής και επέλεξε δικό του τραγούδι (ήρθε 3ο). Τα τρία πρώτα έμπαιναν στο superfinal. Όταν δεν κατόρθωσε να περάσει ο Jahn Teigen με το εμβληματικό Optimist που ακούγεται μέχρι σήμερα στη Νορβηγία, το κοινό αντέδρασε πολύ έντονα, μάλιστα ανέβηκε και ο ίδιος στη σκηνή, για να ζητήσει εξηγήσεις από την επιτροπή. Ο διευθυντής ορχήστρας, Pete Knutsen, εκτός από καλός κιθαρίστας και αρμονιστής ήταν διάσημος ρόκερ της δεκαετίας του ’60.

Da Vinci (POR 89): Υπήρχαν ήδη από το 1982. Ιδρυτές τους η Iei-Or (Maria Manuela Alves) και ο σύζυγός της, Pedro Luís (Pedro Luís Neves, 1955-). Ο τελευταίος ανήκε στο δημοφιλές γκρουπ της δεκαετίας του ’70 Tandra, ενώ υπήρξε ενορχηστρωτής και πιανίστας του Carlos Mendes (POR 68, 72) και του Paulo de Carvalho (POR 74). Τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ είναι ο ντράμερ Joaquim Andrade, οι χορωδοί Dora & Sandra Fildago (ήταν αμφότερες στα φωνητικά και το 1990) κι ο συνθέτης του τραγουδιού και κιθαρίστας Ricardo (Francisco Landum, 1958-), ο οποίος αντικαταστάθηκε επί σκηνής, επειδή είχε τραυματιστεί σε αεροπορικό ατύχημα, από τον Τó (Manuel António Rosa). Σήμερα πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Έγιναν πλατινένιοι το 1982 με το Hiroxima meu amor. Το Conquistador είχε πάει στο #1, τόσο στα singles, όσο και στα albums (πούλησε 150.000). Αναφέρεται στην αποικιοκρατική ιστορία της Πορτογαλίας. Όταν πήγαν είχε μόλις κυκλοφορήσει το άλμπουμ τους «A Joia de Lotus». Ο διευθυντής ορχήστρας, Luis Duarte, πήρε μέρος στην επιλογή του 1973 και του 1992, όπου ήρθε τελευταίος. Ηταν εκείνα τα χρόνια υπεύθυνος για τις εθνικές επιλογές. Είναι ακόμα ενεργοί, με καριέρα και εκτός Πορτογαλίας, στις πορτογαλόφωνες και γαλλόφωνες χώρες, καθώς και τη Νότια Αφρική.

Tommy Nilsson (SWE 89): παιδί χωρισμένων γονιών, για πολλά χρόνια πίστευε πως ο πατριός του ήταν ο αληθινός του πατέρας, ο οποίος αυτοκτόνησε πριν προλάβει να τον γνωρίσει. Έχει επτά γνήσια και ετεροθαλή αδέλφια, δύο από τα οποία άργησε να τα γνωρίσει (το ένα του έστειλε μια επιστολή όταν ήταν 10 ετών, το άλλο εμφανίστηκε ξαφνικά στο σπίτι του). 29 ετών τότε, γεννημένος στη Solna, το 1975 είχε ιδρύσει τους Horizont, ενώ από το 1980 ξεκίνησε σόλο καριέρα. Για 4 χρόνια έκανε τουρνέ και ηχογράφησε 2 άλμπουμ. Το 1ο πούλησε 200.000 αντίτυπα, ενώ το single No way, no how πάνω από 1 εκατομμύριο. Μπήκε στο γκρουπ Easy Action, που διαλύθηκε το 1987 και επανενώθηκε το 2019. Έκανε κάποια μικρή καριέρα σε Benelux και Γαλλία. Το hit του Maybe we are about to fall in love, ήταν το μουσικό θέμα ταινίας με το Björn Skifs. Το 1988 αρνήθηκε να πει το τραγούδι του Lasse Holm Nästa Weekend στην επιλογή (7ο τελικά, με τον Uffe Persson). Ήταν υποψήφιος το 2007 (10ος και τελευταίος στον τελικό). Έχει παίξει σε πολλά μιούζικαλ, ενώ ειδικεύεται στις μεταγλωττίσεις. Είναι παντρεμένος, σε δεύτερο γάμο, με την ηθοποιό Linda Olsson, η οποία περιμένει το δεύτερό του παιδί. Παλιότερα ήταν νυμφευμένος με την Malin Berghahen, κόρη του Lars Berghahen (SWE 75) και της Lill-Babs (SWE 61). Απέκτησαν δύο παιδιά. Ο Jerry Williams (ο βραχύσωμος στα φωνητικά) ήταν διάσημος ροκάς του ’60 (o παππούς της σουηδικής ροκ), αντίστοιχος του Έλβις. Έγινε μέχρι και γραμματόσημο. Οι περισσότεροι των φωνητικών του ήσαν Σουηδοί σταρ της ποπ: Jean-Paul Wall (μέλος των Surf Turf), Victoria “Vicki” Bernckert, Ankie Bagger, Tommy Ekman (μέλος των Style). Ένας από τους συνθέτες ήταν ο Alexander Bard των Army of Lovers. Με το εν λόγω ανέβηκε στο #3. Το συνθετικό τριο Norell-Oson-Bard θεωρείτο η σουηδική απάντηση στους Stock-Aitken-Waterman. Ο Tommy Nilsson παραμένει από τα μεγαλύτερα ονόματα στη χώρα του, με πολλά τραγούδια στα charts.

Park Café (LUX 89): Ιδρύθηκαν το 1986 και έβγαλαν την ίδια χρονιά το πρώτο τους maxi-single. 1ο άλμπουμ το 1987 και εμφανίσεις στην επόμενη χρονιά στο Printemps de Bourges στο Παρίσι. Όταν πήγαν είχαν μόλις ηχογραφήσει το 2ο τους άλμπουμ (ακολούθησαν ακόμα τέσσερα). Ο ντράμερ τους, Rainer «Elute» Kind, έπαιξε ντραμς και στον Guildo Horn (GER 98). Η τραγουδίστριά τους, η αμερικανίδα Maggie Parke (Margaret-Elizabeth Parke), που γεννήθηκε στο Salt Lake City, αλλά ζει από το 1980 στο Μεγάλο Δουκάτο, τραγούδησε και το μουσικό θέμα του γερμανικού σήριαλ «Morlock» (μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία), με τίτλο Paradox Love. Για 4 χρόνια ήταν διευθύντρια του διεθνούς φεστιβάλ μουσικής του Echternach. Συνθέτει μαζί με τον Gast Waltzing (είναι η ψυχή κι ο ιδρυτής τους και ο πρώτος καθηγητής τρομπέτας στο τμήμα τζαζ του Ωδείου του Λουξεμβούργου) τα τραγούδια του γκρουπ. Μαζί τους ο μπασίστας Rom Heck, ο αρμονιστής Αnder Schmit, ο κιθαρίστας Serge Vesque (1964-2016) και στα κρουστά ο Jerome Goldschmidt (όχι επί σκηνής). Από τους άλλους δύο συνθέτες, ο Yves Lacomblez έγραφε για το βελγικό γκρουπ Two Man Sound διεθνείς επιτυχίες όπως το Charlie Brown, το So Fla Fla και το Disco Samba, ενώ έχει πει μόνος του το Le Boogi Bonbons. Ο Bernard Loncheval έγραφε για τον Plastic Bertrand (LUX 87) και παράλληλα έπαιζε σαξόφωνο για γκρουπ και ηχογραφήσεις τζαζ μουσικής. Μετά από αρκετές αποχωρήσεις και αντικαταστάσεις μελών, διαλύθηκαν το 1993. Το ζεύγος έχει δικό του στούντιο και δισκογραφική εταιρεία, η δε Maggie συνθέτει για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Gast Waltzing
Rainer Kind
Rom Heck
Serge Vesque

Birthe Kjaer (DEN 89): γεννήθηκε στο Aarhus το 1948. Είχε ήδη 18 LP και 35 singles στο ενεργητικό της και έιναι ακόμα ενεργή. Πασίγνωστη στη χώρα της από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Στα φωνητικά έχει τον συνθέτη του τραγουδιού, Søren Bundgaard, τον στιχουργό, Keld Heick και τον διευθυντή ορχήστρας, Søren Kirkengaard. Χάρη στο γκαγκ που έκανε ο τελευταίος, η συμμετοχή αυτή είναι η μόνη με δύο διευθυντές ορχήστρας. Οι δυό κοπέλες στα φωνητικά είναι η Lei και η Lupe Moe που έχουν θητεύσει σε πολλές δανικές συμμετοχές. Το 1980 ήρθε 2η στον εθνικό τελικό μαζί με τον Henning Vilén, το οποίο έγραψαν οι Mabel (DEN 78). Το 1986 και το 1987 πάλι ήρθε 2η, ενώ το 1991 ήταν 3η. Συμπαρουσίασε την επιλογή του 1990, του 2005 και του 2009. Το 2005 λίγο πριν από τα 50χρονα του διαγωνισμού, όπου επρόκειτο να εμφανιστεί, ένας θρόμβος τη χτύπησε στην καρδιά, καθώς χόρευε στο “Dancing with the stars”, ανέρρωσε όμως πλήρως κάνοντας μπαλονάκι (την αντικατέστησε ο Thomas Thordarsson-DEN 04). Έχει παίξει στο θέατρο, σε μιούζικαλ και ρεβύ. Της χρεώνουν κάποιες σχέσεις με επώνυμους άνδρες, αν και είναι γνωστή λεσβία.

Thomas Forstner (AUS 89, 91): γεννήθηκε το 1969 στο Deutsch-Wagram και ξεκίνησε από μικρός την καριέρα του. Όταν ήταν 10 ετών, κέρδισε σε ένα διαγωνισμό και έκανε τουρνέ με τους Wiener Sängerknaben στις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία. Το 1986 πρωτοεμφανίστηκε σε τηλεοπτικό σώου «Die große Chance», ενώ το 1988 το μουσικό περιοδικό «Tschin Bumm» τον ανακύρηξε καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο, χάρη στη μπαλάντα Still Hoping, με την οποία κέρδισε σε ένα διαγωνισμό για νέους (έτσι έγινε είδωλο των teenagers). Το 1990 βγήκε το πρώτο του single, σε παραγωγή Dieter Bohlen (ο ξανθός των Modern Talking και συνθέτης AUS 89, 92, GER 89) κι έκανε επιτυχία στο hit parade. Το 1989 ήταν το μεγάλο φαβορί. Μετά από τον διαγωνισμό κι αφού ανέβηκε στο #1 των αυστριακών charts έκανε περιοδεία σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Aπό το 1990 ξεκίνησε να τραγουδά μόνο στα Αγγλικά, με επιτυχία του το Miles Away. Η δεύτερή του συμμετοχή πήγε στο #5. Το φθινόπωρο του 1991 παντρεύτηκε την Vanessa Thun-Hoheinstein, πήρε το επώνυμο της και εξαφανίστηκε από το μουσικό στερέωμα. Απέκτησαν μία κόρη και χώρισαν το 1998. Το 1994 πήγε φαντάρος, αλλά μετά από μια εβδομάδα, του έδωσαν απολυτήριο για ψυχολογικά προβλήματα. Την ίδια χρονιά επέστρεψε δυναμικά στα μουσικά πράγματα, κερδίζοντας το βραβείο καλύτερου συνθέτη. Έχει να δισκογραφήσει από το 2002. Είναι πλέον προγραμματιστής λογισμικού. Το 2009 παντρεύτηκε την Bianca Rosenberg. Εδώ και λίγα χρόνια ζουν στοFrantschach-St. Traud.

Anneli Saaristo (FIN 89-Terttu Anneli Orvokki Saaristo): γεννήθηκε το 1949 στο Jokioinen. Με τραγούδια από τζαζ, μέχρι ποπ και μπαλάντες, είχε ήδη 7 άλμπουμ, πριν πάει στον διαγωνισμό. Συμμετέχει ενεργά στη διάδοση του τραγουδιού για παιδιά. Ήταν υποψήφια το 1978 (4η) και το 1984 (3η). Καλύτερη σολίστ το 1983, καλύτερη τραγουδίστρια στο φεστιβάλ του Knokke την ίδια χρονιά, καλύτερη σολίστ στο Rostock το 1985 και 2ο βραβείο στη Δρέσδη το 1987, είναι μερικά από τα στοιχεία του palmarès της. Πήγε στο δικαστήριο τον Jari Koikkalainen, πρόεδρο του OGAE Finland, για το συκοφαντικό άρθρο που είχε γράψει για εκείνη και το τραγούδι της πριν τον διαγωνισμό. Το δικαστήριο τον αθώωσε. Ήταν καλεσμένη στην επιλογή του 2000, ενώ το Dolce Vita έχει ψηφιστεί (παλαιότερα) από το κοινό ως η καλύτερη φινλανδική συμμετοχή. Η ισπανική βερσιόν έχει ερμηνευτεί από το συνθέτη του τραγουδιού, Turkka Mali. Συζούσε για πέντε χρόνια με έναν άνδρα. Συνολικά έχει κυκλοφορήσει 18 άλμπουμ, ενώ εργάζεται και ως ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης.

Nathalie Pâque (FRA 89): γεννήθηκε στις 11 Μαϊου του 77 στη Λιέγη του Βελγίου. Θαυμάστρια της Dion, τη γνώρισε ήδη πριν πάει στη Γιουροβίζιον. Το πρώτο της single το έβγαλε, όταν ήταν 11 ετών. Από τα 9 της είχε κερδίσει σε παιδικούς διαγωνισμούς, όπως το «La voix de l’avenir» το 1986, το «Enfantillum» το 1987 και το «Micro d’or», την ίδια χρονιά. Σήμερα έχει 14 singles και 3 LP στο ενεργητικό της. Το 1992 μπήκε στο Top 10 της Γαλλικής επιλογής. Είναι η δεύτερη μικρότερη (μετά τον Ισραηλινό Gili της ίδιας χρονιάς) τραγουδίστρια του διαγωνισμού, ο οποίος ειδικά τα παλιότερα χρόνια αρεσκόταν ιδιαίτερα στους ανήλικους καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους βραβεύτηκαν κιόλας (Gigliola Cinquetti, France Gall, Dana, Marie Myriam, Nicole, Sandra Kim). Η θύελλα αντιδράσεων που προκλήθηκε από τα Μ.Μ.Ε. κάποιων χωρών, οδήγησε την EBU να θεσπίσει όριο ηλικίας τα 16 χρόνια. Εργάζεται παράλληλα ως ηθοποιός σε μιούζικαλ και ρεβύ, αλλά και σκηνοθέτις σε Βέλγιο και Γαλλία. Είναι μητέρα ενός παιδιού.

Νina (SPA 89-Anna María Agustí Flores): Γεννήθηκε το 1966 στη Βαρκελώνη. Το ψευδώνυμό της είναι «μικρό κορίτσι». Ξεκίνησε από τα 13 να τραγουδά στο ραδιόφωνο και στα 16 δούλεψε με την ορχήστρα Costa Brava. Το 1985 γίνεται μέλος της διάσημης ορχήστρας Orchestre et Chœurs Janio Marti, με την οποία γυρίζει όλη την Ευρώπη. Το 1987 μπαίνει στην πιο παραδοσιακή ορχήστρα της Καταλωνίας, την Orchestre Caravane, την οποία διηύθυνε τότε ο Xavier Cugat, ο οπόιος την προώθησε στην τηλεόραση σε ένα σώου, στο οποίο μετά από λίγο έγινε η παρουσιάστρια. Ενεπλάκη στο Operación Triunfo το 2001-2002 ως δασκάλα τραγουδιού των υποψήφιων τραγουδιστών για την ισπανική συμμετοχή στη Γιουροβίζιον του 2002 και του 2011, ενώ από το 2020 είναι κριτής. Η δισκογραφία της είναι κυρίως στα Καταλανικά. Έχει εργαστεί πολύ στο ραδιόφωνο, το μουσικό θέατρο και διάφορα τηλεοπτικά σήριαλ. Έχει κυκλοφορήσει δύο μεθόδους φωνητικής. Είναι διευθύντρια του NinaStudio που ειδικεύεται στη σωματική ευεξία και τη διδασκαλία φωνητικής.

Fani Polymeri & Yannis Savvidakis (CYP 89-Θεωφανώ Παλημέρη): η Φανή Πολυμέρη γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1964 και είναι σύζυγος του μουσικού Φίλιππου Τσεμπερούλη (έπαιξε σαξόφωνο το 1981 για την Κύπρο και φλάουτο το 1989 στη Μαριάνα Ευστρατίου-ήταν να παίξει και στην «Άνοιξη», αλλά κάποιοι τσιγκουνεύτηκαν να τον πληρώσουν, με τα γνωστά αποτελέσματα). Ξεκίνησε ως τραγουδίστρια στις Η.Π.Α., κάνοντας περιοδείες με τον πατέρα της, πασίγνωστο συνθέτη, Φώτη Πολύμέρη (Φώτιος Παλημέρης), ο οποίος πέθανε 93 ετών το 2013, μετά από δύο αποπειρες αυτοκτονίας και πολλά προβλήματα υγείας. Το 1970, οπότε επέστρεψαν στην Ελλάδα, σπούδασε υπολογιστές. Σήμερα εργάζεται ως πολυτονίστρια σε εκδοτικούς οίκους, αλλά και συγγραφέας βιβλίων ετυμολογίας. Έχει βγάλει 2 άλμπουμ, ενώ για μια σαιζόν συνεργάστηκε και με τον Πασχάλη (GRE 77). Ο Γιάννης Σαββιδάκης, τραγουδιστής και ηθοποιός, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963, κατάγεται από τη Σητεία της Κρήτης (μάλιστα στον ερασιτεχνικό διαγωνισμό της πάλαι ποτέ «Γιορτής Σουλτανίνας» ήρθε 2ος μετά από τον συντοπίτη του Γιώργο Μαζωνάκη) και έχει τελειώσει τη Γυμναστική Ακαδημία. Σπούδασε στην Αμερική και εμφανιζόταν τότε σε διάφορα κλαμπ, πριν ιδρύσει στην Ολλανδία τους Just Us. Πάιζει κιθάρα και βιολί. Το 1987 είχε έρθει 5ος, με το Λαβύρινθο (ντουέτο με τη Σοφία Αρβανίτη) στην ελληνική επιλογή. Το 2011 απορρίφθηκε ως… ηλικιωμένος. Τρία χρόνια μετά κέρδισε στο “Your Face Sounds Familiar”. Πέρα από τη δισκογραφική του παρουσία, με έξι άλμπουμ και πολλές επιτυχίες μέχρι σήμερα, έπαιξε και ένα χαρακτηριστικό ρόλο ως σμηνίτης στο σήριαλ «Της Ελλάδος τα παιδιά». Έκανε δύο ακόμα εμφανίσεις σε μία ταινία κι ένα σήριαλ. Το τραγούδι έγραψε το ανδρόγυνο Μάριος & Έφη Μελετίου, οι καλλιτέχνες εμφανίστηκαν δε στη σκηνή ντυμένοι γαμπρός και νύφη. Ευτυχώς τα αντανακλαστικά της Φανής ήταν γρήγορα: ο μεθυσμένος κιθαρίστας της ορχήστρας, όχι μόνο έκοψε την εισαγωγή, αλλά μπήκε και σε άλλο τόνο. Αρχικός ερμηνευτής του τραγουδιού ήταν ο Τζίμης Μακούλης (AUT 61), αλλά η ερμηνεία του θεωρήθηκε ότι είχε υπερβολικό στόμφο. Μπορείτε να διάβασετε κι άλλα παρασκήνια εδώ.

Furbaz (SWI 89): Ήρθαν 3οι το 1987 και 2οι το 1988 με το Da cumpignia (#1 στην Ελβετία) και το Sentiments αντίστοιχα. Το 1990 ήταν επίσημοι καλεσμένοι στην ελβετική επιλογή. Η τραγουδίστριά τους είναι η Marie-Louise Werth, γεννημένη το 1963. Η solo της καριέρα άρχισε το 1992, μετά από 7 χρόνια με τους Furbaz. Μπήκε στο τραγούδι από hobby, όταν ήταν φοιτήτρια, αν και σπούδαζε από το 1981 στο Ωδείο της Ζυρίχης και την Ecole des hautes études musicales. Όταν πήγε δίδασκε ως καθηγήτρια πιάνου στις Ecoles de musique της Ζυρίχης και του Uster/Greifensee. Έβγαλε ένα CD με τα best της, το οποίο περιλαμβάνει μια live version του εν λόγω, χωρίς τα αγόρια που είναι είναι ο Gioni Defuns (γεννημένος το 67), ο Giusep Quinter (το 67), στη θέση του αδελφού του Alfons που είχε ήδη αποχωρήσει πριν από τη Γιουροβίζιον, κι ο Ursin Defuns (το 64). O Gioni και ο Ursin είναι ξαδέλφια. Γνωρίστηκαν σε ένα αββαείο βενεδικτίνων (το Klosterschule Disentis), στο οποίο φοιτούσαν ως λυκειόπαιδα και μετείχαν στη θρησκευτική χορωδία. Τραγουδούσαν τόσο τραγούδια από την περιοχή του Grison, όσο και δικές τους συνθέσεις. Το 1990 κέρδισαν το βραβείο Walo και έκαναν την τελευταία τους από κοινού εμφάνιση στην τηλεοπτική εκπομπή «Super-Treffer». Ο Giusep είναι δικηγόρος στο Chur. Ο Ursin είναι καθηγητής μουσικής και διευθυντής χορωδίας στο Klosterschule Disentis. Ο Gioni έχει δικό του studio ψυχολογίας και είναι διάσημος ψυχοθεραπευτής στη Ζυρίχη. Παράλληλα έχει δική του γκαλερί ζωγραφικής στο Weiler Darvella, όπου εκθέτει μόνιμα τα έργα του. Το όνομά τους σημαίνει κάτι σαν «οι ψειριάρηδες». Ενώθηκαν πάλι το 2004 (εκτός από τον Ursin, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Gion Andrea Casanova) και ειδικεύτηκαν στα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, έχοντας κυκλοφορήσει τρία θεματικά CD. Έκαναν μικρή καριέρα στις γερμανόφωνες χώρες.

Marianna (GRE 89, 96-Μαρία Αναστασία Ευστρατίου-Παγκάκη-Μιχαηλίδου): γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα. Το μικρό της όνομα γράφεται Μαριάνα. Ενώ τραγουδούσε από το 1981, έγινε γνωστή μόλις το 1989. To 1987 ήταν στα φωνητικά των Bang!. Πρώτος δάσκαλός της ο βιολιστής πατέρας της. Σπούδασε πιάνο με τη Νέλλη Σεμιτέκολο. Αποφοίτησε από το γερμανικό σχολείο της Αθήνας και μετά πήγε στην Ανώτερη Μουσική Ακαδημία της Κολωνίας, όπου σπούδασε κλασική μουσική, ρυθμικό χορό, κλασική φωνή και μουσική θεραπεία για 6 χρόνια. Συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζηδάκι στην Πορνογραφία, πριν ηχογραφήσει το πρώτο της άλμπουμ στο Memphis Τenessee, με τίτλο «Talk about love» (#1 στην Ελλάδα). Το 1984 τραγούδησε για δύο εβδομάδες στο Olympia του Παρισιού ελληνικές μπαλάντες με τον Νταλάρα. Ο πρώτος της δίσκος ήταν σε συνεργασία με Γερμανούς συνθέτες, όπως ο Christian Leibl (έχει γράψει και για την Αλέξια). Τα επόμενά της άλμπουμ (το 2ο ηχογραφήθηκε στο Μόναχο) ήταν σε μουσική Μίμη Πλέσσα. Το 1989 τής έπαιξε φλάουτο ο Φίλιππος Τσεμπερούλης, σύζυγος της Φανής Πολυμέρη (CYP 89). Ήταν υποψήφια με ένα ακόμα τραγούδι, το Φάλτσο Πιάνο που έφτασε στη φάση των 13. Με τον συνθέτη Γιάννη Κύρη, με τον οποίο βρέθηκαν κάποια στιγμή στα δικαστήρια για την πατρότητα του τραγουδιού, έχουν φτιάξει ένα από τα πιο ποιοτικά τηλεοπτικά jingles, για το υγρό πιάτων Αva. Το 1990 ήταν υποψήφια στην επιλογή της Αυστρίας. Το βίντεο-κλιπ γυρίστηκε στη ντοσκοτέκ Herodium. Η δισκογραφική της ήταν η μόνη που δεν παρέθεσε δεξίωση στο ξενοδοχείο όπου έμεναν οι καλλιτέχνες. Η ίδια είπε ότι φοβόταν να κινηθεί, διότι γλιστρούσε το πάτωμα της σκηνής. Έτσι δεν είδαμε ποτέ το εξώπλατο που φορούσε. Το 1998 είχε 3 τραγούδια στην επιλογή, αλλά κανένα δεν πέρασε στον τελικό. Ο σύζυγός της, Τάκης Μιχαηλίδης, είναι πιλότος της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Το 1993 συνεβρέθη στο «Ζυγό» με τον Γιάννη Σαββιδάκη και την Κλεοπάτρα, υπό τη μπαγκέτα του Μίμη Πλέσσα. Θεωρεί ότι οι επώνυμοι καλλιτέχνες δεν πηγαίνουν στον διαγωνισμό, διότι φοβούνται το ρίσκο. Είναι πλέον τραγουδίστρια του jazz group με τίτλο Nova Mood. Έχει εκδώσει δύο βιβλία. Πιο πολλά παρασκήνια εδώ.

Daniel (ISL 89-Daniel Águst Haraldsson): Γεννήθηκε το 1969 στη Στοκχόλμη, αλλά μεγάλωσε στο Ρέυκιαβικ. Ξεκίνησε το 1987 ως μέλος ενός συγκροτήματος ροκ, όπως και ο πατέρας του (πασίγνωστος τη δεκαετία του ’50). Έχει περάσει για χρόνια από τρία συγκροτήματα (GusGus, Esja και Nýdönsk), ενώ η σόλο καριέρα του απαριθμεί δύο μόλις άλμπουμ. Οι πρώτες του ηχογραφήσεις είχαν κάποια επιτυχία, αφού τον πρόσεξε ο συνθέτης Valgeir Gudjónsson (ISL 87-πρόεδρος της Ενώσεως Ισλανδών Συνθετών) και του πρότεινε να πάει στον διαγωνισμό. Ένας άλλος τίτλος του τραγουδιού ήταν Enginn veit. Έχει παίξει σε μιούζικαλ, αλλά και σε κάποιες ταινίες, ενώ έχει συνθέσει αρκετά soundtrack. Ως σκηνοθέτης (και μοντέρ), έχει μετάσχει με art films στις Μπιενάλε της Βενετίας και της Κολωνίας. Είναι παντρεμένος με την εικαστικό Gabríela Kristin Friðriksdóttir (φτιάχνει συνήθως τα εξώφυλλα των δίσκων της Björk), με την οποία συνεργάζονται στις ταινίες. Η κόρη τους γεννήθηκε τη χρονιά του διαγωνισμού.

Nino De Angelo (GER 89-Domenico Gerhard Gorgolione): γεννήθηκε το 1963 στην Καρλσρούη, γιός Ιταλών μεταναστών από την Απουλία. Όταν οι γονείς του χώρισαν, μετακόμισε με τη μητέρα του στη Γερμανία. Αποφάσισε να κάνει ζωντανές εμφανίσεις, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Τον ανακάλυψαν σε μια παμπ της Κολωνίας. Ξεκίνησε ως ποπ τραγουδιστής τη δεκαετία του ΄80, με επιτυχία στη Γερμανία, αλλά και την Ιταλία. Η συμμετοχή του στη Γιουροβίζιον ήταν ήδη γι’αυτόν comeback, καθώς είχε ξεπέσει μετά από την πανευρωπαϊκή του επιτυχία με το Jenseits von Eden, από το 1o του άλμπουμ, η οποία όμως δεν επαναλήφθηκε. Στη Γαλλία, με τίτλο «La vallée de l’Eden» πούλησε πάνω από 700.000 αντίτυπα, ενώ ακούστηκε και στην Αγγλία. Το τραγούδι αυτό ήταν διασκεύη του Guardian Angel των Masquerades. Το 1985 κέρδισε το βραβείο Midem στις Κάννες. Το 1988 ερμήνευσε το θέμα του σήριαλ «Rivalen der Rennbahn», σε σύνθεση Dieter Bohlen και λίγους μήνες μετά έβγαλαν το Samurai, στα Αγγλικά. Η επιτυχία δεν ερχόταν όμως, έτσι το γύρισε -μάταια όπως αποδείχθηκε- στο ροκ. Έκανε ακόμα μια προσπάθεια το 1997 με το I can see the light. Ξεπέρασε το πρόβλημα καρκίνου των λεμφαδένων που είχε κι έκανε δεύτερο comeback το 2000, με το μαλλί βαμμένο ξανθό, ενώ το 2002 επανέκαμψε δριμύτερος στη γερμανική επιλογή (9ος). Το 2005 χρεοκόπησε (χρωστούσε 1,5 εκατομμύριο Ευρώ). Άρχισε να παίζει σε σήριαλ. Μολονότι ανακοίνωσε ότι αποσύρεται οριστικά, μαζί με την κόρη του άρχισε ξανά να κάνει συναυλίες. Το 2009 προσβλήθηκε από την ασθένεια ITP (Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα), έτσι του αφαίρεσαν τη σπλήνα κι έκανε ξανά χημειοθεραπείες. Το 2016 έκανε διπλό bypass. Ακολούθησε νέα ασθένεια, η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια. Χώρισε από τη γυναίκα του Judith Coersmeier (1986-1998), με την οποία απέκτησε έναν γιο και μία κόρη και παντρεύτηκε μια μαθήτρια θεάτρου, τη Michaela (2003-6). Ακολούθησε τρίτος γάμος με μία φίλη του από το δημοτικό τη Renée (2007-2013), αλλά και τέταρτος το 2014 με τη Larissa Schmitt, με την οποία χώρισαν το 2018, καθότι ένα χρόνο πριν μαθεύτηκε πως είχε αποκτήσει ένα εξώγαμο. Η επιτυχία επανήλθε μόλις το 2021 με το Gesegnet und Verflucht (#2). Σκάνδαλο προκάλεσε τότε στη Γερμανία το γεγονός ότι το γερμανικό και το αυστριακό τραγούδι είχαν τους ίδιους συντελεστές (το είχαν κρύψει ότι είχαν υποβάλλει τραγούδι και για την αυστριακή επιλογή).

Riva (YUG 89): Έπαιζαν σε roof-garden ξενοδοχείων της Αδριατικής, όπου τους ανακάλυψε ο συνθέτης Rajko Dujmič (έγραψε τις γιουγκοσλαβικές συμμετοχές από το 1987 ως το 1989) και ήσαν παντελώς άγνωστοι στο κοινό, έτσι η νίκη τους προκάλεσε μεγάλη έκπληξη. Τα μέλη τους είναι η Emilija Kokić (1968-) στο τραγούδι, Dalibor Musap (κήμπορντς και φωνητικά), Nenad Nakić (μπάσο και φωνητικά), Zvonimir Zrilić (κιθάρα και φωνητικά), Boško Colić (ντραμς) και Aleksandra Kalafatović (κήμπορντς). Έκαναν περιοδεία στο Βέλγιο, τις γερμανόφωνες και σκανδιναβικές χώρες, ενώ το τραγούδι μπήκε στα ιαπωνικά charts. Την ίδια χρονιά πήραν την 4η θέση σε φεστιβάλ στο Nashville. Το 1991, μετά από δύο άλμπουμ, διαλύθηκαν (βρέθηκαν ξανά μόνο σε κάποια reunion), ενώ ετοίμαζαν τρίτο άλμπουμ με ελβετική δισκογραφική και συνεργασία με τον Per Gessle των Roxette. Η ακύρωση έγινε λογω διαφωνίας: το γκρουπ δεν ήθελε πλέον να αποκαλείται Γιουγκοσλαβικό αλλά Κροατικό, κάτι που η δισκογραφική το απέρριψε. Ο αρχικός τίτλος είναι σκέτο Rock Me, όπως εμφανίστηκε στον εθνικό τελικό. Η τραγουδίστριά τους, Emilia, με σπουδές σε γερμανόφωνες χώρες, αν και είχε δηλώσει ότι δεν θα ξαναπάει ποτέ σε επιλογή, εντούτοις έκανε το 2001 ένα ντουέτο με τον Adalbert Turner-Juci, το Ljepota (2η στην κροατική επιλογή Dora) και μάλιστα ως αντικαταστάτρια της Minea. Ακόμα δύο απόπειρες ακολούθησαν το 2003 (έμεινε στον ημιτελικό) και το 2008 (6η), ενώ το 2011 ήταν στην κριτική επιτροπή. Έχει διαγωνιστεί σε πάμπολλα φεστιβάλ. Μέχρι το 2008 πολλά τραγούδια της μπήκαν στα charts των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Έκτοτε φαίνεται να έχει αποσυρθεί. Είναι παντρεμένη με τον τηλεπαρουσιαστή Miljenko Kokot. Δεν έχουν παιδιά. Κάποτε είχε προσπαθήσει ένας κλέφτης να μπει στο σπίτι της, τον έπιασε και τον πόνεσε τόσο πολύ κρατώντας τον από τα επίμαχα σημεία που τον έσωσε από τους πόνους η αστυνομία!

Zvonimir & Nenad
Zvonimir
Dalibor
Bosco

4 σκέψεις για το “Γιούροσταρ κατατρεγμένοι από τη μοίρα -34- 1989

  1. Για μια ακόμα φορά χίλια μπράβο για τις τόσες πολλές κ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για όλους τους καλλιτέχνες. Μερικά σχόλια
    1) Πόσο πιο γοητευτικός είναι σήμερα ο Ισλανδός Daniel, σε σχέση με το ξυρισμένο look που είχε το 1989!
    2) Τι κρίμα που δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον αυστριακό Thomas Forstner. Αυτό το look με τη γενειάδα με cringαρε! Αξίζει να αναφέρω ότι το τραγούδι του Nur ein lied, ψιλοακουστηκε εκείνο το καλοκαίρι (θυμάμαι σιγουρα ότι το άκουσα σε ταβερνάκι στη Σύρο που είχαμε πάει οικογενειακές διακοπες).
    3) Πόσο χαίρομαι που και ο Σουηδός Tommy Nilsson και το ζεύγος των Πορτογάλων είναι ακόμα ενεργοί. Τα τραγούδια τους, μαζί με το φινλανδικό είναι τα 3 αγαπημένα μου εκείνης της – μάλλον βαρετης γενικα- χρονιάς.
    4) Ώστε ο frontman του βρετανικού συγκροτήματος είναι Μαλτεζος? Ενδιαφέρον
    5) Όμορφος άντρας έγινε και ο Gili (με το που είδα τη σημερινή του φωτο είπα “χαρακτηριστικος τύπος γοητευτικού Ισραηλιτη”). Μια χαρά μου ακούγεται το ότι δουλεύει για την Apple στο Λονδίνο!
    6) Αξιοθαυμαστος και ο Nino di Angelo! Παρά τα τοσα θέματα υγείας που είχε κ έχει, οι γάμοι και οι σχέσεις που κάνει μπορεί να δείχνουν μεν ευμεταβλητο κ ασταθή χαρακτήρα, από την άλλη όμως πλευρά δείχνουν ότι έχει ακόμα “κέφι για ζωή!”

    1. Συμφωνώ με όλες τις παρατηρήσεις!
      Το πορτογαλικό μου άρεσε πολύ όταν ήμουν μικρός, αλλά αργότερα συνειδητοποίησα ότι οι ιμπεριαλιστικοί στίχοι του με ενοχλούν πολύ.
      Τέλος, με έχει στεναχωρήσει πολύ η κατάσταση της Justine Pelmelay…

      1. Πολύ άσχημο πράγμα να είσαι γονιός και να κινούνται νομικά τα παιδιά εναντίον σου για χρήματα (και ειδικά έχοντας και σοβαρά προβλήματα υγείας). Απορώ τι τοσο κακό μπορεί να τους εκανε?
        Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι έχει τοσο ιμπεριαλιστικους στίχους το πορτογαλικό κομμάτι (το έψαξα κ έχεις απόλυτο δίκιο). Πάντως ακόμα κ σήμερα μου ακούγεται ευχάριστο ως 80ς άκουσμα κ ειδικά με τόσες μπαλάντες που είχε η βραδιά

  2. Αγαπώ πολύ τα κομμάτια της Φινλανδίας(μοναδικός ήχος και ερμηνεία), της Γαλλίας(απίστευτος επαγγελματισμός από ένα τόσο μικρό παιδί), της Αυστρίας(με ανατριχιάζει, δίκαια τους δώσαμε 12), της Σουηδίας(πολύ δυναμικό), της Δανίας(πολύ διασκεδαστικό), και της Πορτογαλίας σαν ρυθμό, δυστυχώς δεν μου αρέσουν οι στίχοι. Η συμμετοχή της Μαριάννας νομίζω ξεχωρίζει ανάμεσα σε δύο πολύ δύσκολες χρονιές για την Ελλάδα στον διαγωνισμό. Η Κύπρος στον αντίποδα δεν μου αρέσει. Τέλος, καταλαβαίνω τι μπορεί να άρεσε στην Γιουγκοσλαβία για να κερδίσει, ίσως το ΗΒ που ήρθε δεύτερο, να ήταν καλύτερο.
    Οι προσωπικές ιστορίες τους πάντως, γεμάτες σοκ. Κυρίως της Ολλανδής τραγουδίστριας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.