Ο καλλιτέχνης-Μια ζωή μες στη μουσική
Γεννήθηκε το 1958 στο Σουρινάμ και συγκεκριμένα στο Moengo. Υπήρξε μέλος των Twinkle stars (1975-1980). Ήταν ο δέκατος από 13 αδέλφια. Συχνά έκανε κοπάνες, για να ακούει μουσική στα αγαπημένα του στέκια. Μετά από μια τουρνέ μελέτης πάνω στη μουσική το 1973, η οποία ήταν το πρώτο βραβείο ενός μεγάλου σχολικού διαγωνισμού τραγουδιού που έλαβε χώρα στην πατρίδα του, κατέληξε στην Ολλανδία (άλλες πηγές γράφουν ότι δεν έκανε ποτέ αυτήν την τουρνέ). Έχει παίξει στο μιούζικαλ «A Night at the Cotton Club» κι έχει κάνει πολλές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εμφανίσεις. Το πρώτο του single True Hearts (από τα εννέα που κυκλοφόρησε συνολικά) ήταν μεγάλο χιτ στη χώρα, οδηγώντας τον σε περιοδεία ανά την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική. Θαύμαζε ιδιαίτερα τον Stevie Wonder.






Στροφή στην παραγωγή και τη διδασκαλία
Στα φωνητικά της Γιουροβίζιον, είχε τα αδέλφια του, Carlo & Ben. Οι τρεις τους, υπό το όνομα CC Campbell, μαζί με τον τέταρτο αδελφό τους, τον Charles, κυκλοφόρησαν ένα αποτυχημένο άλμπουμ το 1997, με τίτλο “Souls in Harmony”. Έκτοτε στράφηκε στην παραγωγή (ίδρυσε για τον λόγο αυτό την εταιρεία Jazz me), κάνοντας σποραδικές εμφανίσεις, κυρίως στα φωνητικά άλλων καλλιτεχνών, όπως η Ruth Jacott, οι Timeless, η Judith και ο Rob de Nijs, λανσάροντας παράλληλα τα άλμπουμ τους και κάνοντας ενορχηστρώσεις, αλλά και φωνητική διδασκαλία. Παράλληλα, δίδασκε στη Μουσική Ακαδημία του Hilversum, όπου έκανε παλαιότερα τις μουσικές του σπουδές από το 1982 και εφεξής, καθώς μέχρι τότε ήταν αυτοδίδακτος, ενώ δεν έλειψαν και παραδόσεις μαθημάτων στην τραγουδιστική Ακαδημία του Σουρινάμ, αλλά και του Άμστερνταμ. Όλα αυτά τα ιδρύματα τον τίμησαν με αφιερώματα στη ζωή και το έργο του. Πολλά ταλέντα βγήκαν από τα χέρια του. Είχε τη φήμη του αυστηρού καθηγητή, εξάλλου ήταν και ο ίδιος αμείλικτος με τον εαυτό του και δεν έμενε ποτέ ικανοποιημένος από τις ζωντανές εμφανίσεις του.




Η Γιουροβίζιον και οι Ελληνο-ολλανδικές σχέσεις
Υπήρξε ζευγάρι με τη Ruth Jacott (χώρισαν το 2011), της έκανε φωνητικά το 1993, όπως του έκανε κι εκείνη το 1992. Της έγραψε το άσμα Buseruka, το οποίο ερμήνευσε σε φιλανθρωπική εκδήλωση για τη Ρουάντα. Συνθέτης του Wijs me de weg (Δείξε μου τον δρόμο) που κατετάγη τελικά 9ο. ο ακορντεονίστας Edwin Schimscheimer (συνθέτης NL 94), ο οποίος έχει δικό του στούντιο ηχογραφήσεων. Έγινε εθνικός τελικός με 10 τραγούδια. 2η ήρθε η Laura Vlasblom (NL 1986). Τα ανήψια του είναι ο ράπερ Glen Faria (MC Fit) και η Raffaëla Paton (νικήτρια στο Idols το 2006). Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1992 οι σχέσεις μας με την Ολλανδία (και τη Δανία) δεν ήταν στα καλύτερά τους, διότι είχαν αντιταχθεί στον αγώνα της Ελλάδας για την ονομασία του γειτονικού κράτους που ονομάζεται σήμερα “Βόρεια Μακεδονία”. Ως εκ τούτου οι Έλληνες καταναλωτές έκαναν μποϋκοτάζ στα προϊόντα των δύο αυτών χωρών. Παρ’όλα αυτά, δώσαμε 5 στην και λάβαμε 4 βαθμούς από την Ολλανδία…






Το αθόρυβο τέλος
Πέθανε χθες ήρεμα και δίχως πόνους, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Μία εβδομάδα πριν ανακοίνωσε ότι ήταν σοβαρά άρρωστος. Το καλοκαίρι επρόκειτο να μετάσχει στη θεατρική περιοδεία της αυτοβιογραφικής παράστασης “Van Moengo Tot Hier” (Από το Moengo έως εδώ), συνοδεία του πιανίστα Cor Bakker, αλλά δεν πρόλαβε… Όπως διαβάσαμε, ήταν επιθυμία του να δωριστεί το σώμα του στην επιστήμη, οπότε δεν θα υπάρξει κηδεία. Είναι ο τρίτος καλλιτέχνης της χρονιάς, μετά από την Πορτογαλίδα Dina και τον Φινλανδό Pave που φεύγει από τη ζωή. Πέρα από τη συμμετοχή του, εντοπίσαμε μια ωραία ζωντανή εκτέλεση του De Mallemolen (Ολλανδία 1977), μαζί με τον Paul De Leew.
Η οικογένειά του ανέφερε:
“Ο Humphrey έχασε την άνιση μάχη κατά του καρκίνου”.
Η ολλανδική τηλεόραση NOS τον αποχαιρέτησε με ένα αφιέρωμα, κλείνοντας ως εξής:
“Ο Humphrey φανερά απόλαυσε τούτο το απόγευμα, κατά το οποίο μέχρι και τραγούδησε. Μια όμορφη τελική συγχορδία μιας όμορφης ζωής που ήταν πάντα στραμμένη γύρω από τη μουσική”




